Το Παράδοξο της Αναβλητικότητας…
Η πεποίθηση ότι η αναβλητικότητα οφείλεται σε τεμπελιά ή κακή διαχείριση χρόνου αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους μύθους της σύγχρονης ψυχολογίας. Η επιστημονική έρευνα αποδεικνύει ότι η τάση μας να μεταθέτουμε υποχρεώσεις για το μέλλον —ενώ γνωρίζουμε τις αρνητικές συνέπειες— είναι στην πραγματικότητα ένας μηχανισμός διαχείρισης εντόνων συναισθημάτων και άγχους.
Πρόκειται για μια εσωτερική μάχη του εγκεφάλου, όπου η βραχυπρόθεσμη ανακούφιση κερδίζει τη μακροπρόθεσμη ευημερία. Στο εσωτερικό του εγκεφάλου μας διεξάγεται μια συνεχής ανατομική μάχη μεταξύ δύο περιοχών: του αρχέγονου μεταιχμιακού συστήματος, το οποίο λειτουργεί αυτόματα, διοικείται από την αρχή της ηδονής και αναζητά την άμεση ικανοποίηση, και του εξελιγμένου προμετωπιαίου φλοιού, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τον προγραμματισμό και τη μακροπρόθεσμη στοχοθεσία αλλά απαιτεί συνειδητή ενέργεια για να λειτουργήσει. Όταν έρχεστε αντιμέτωποι με μια απαιτητική, ανιαρή ή αγχωτική εργασία, ο εγκέφαλος την αντιλαμβάνεται ως «απειλή». Το μεταιχμιακό σύστημα αντιδρά ακαριαία, αναγκάζοντάς σας να υποχωρήσετε προς μια δραστηριότητα που προσφέρει άμεση ανακούφιση, όπως το scrolling στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με αποτέλεσμα ο προμετωπιαίος φλοιός να χάνει τη μάχη και η εργασία να αναβάλλεται.
Η αναβλητικότητα, επομένως, είναι ένα πρόβλημα συναισθηματικής ρύθμισης και όχι διαχείρισης χρόνου. Δεν αναβάλλετε την εργασία επειδή δεν έχετε χρόνο, αλλά επειδή η συγκεκριμένη υποχρέωση σάς προκαλεί αρνητικά συναισθήματα, όπως άγχος, ανασφάλεια, φόβο αποτυχίας ή βαρεμάρα. Η πράξη της αναβολής λειτουργεί ως ένα προσωρινό «παυσίπονο». Στρέφοντας την προσοχή σας κάπου αλλού, το άγχος μειώνεται στιγμιαία, όμως αυτή η ανακούφιση είναι παραπλανητική. Σύντομα, το άγχος επιστρέφει διογκωμένο, συνοδευόμενο από ενοχές και αυτοεπίκριση, γεγονός που σας κάνει να νιώθετε ακόμα μεγαλύτερη πίεση, τροφοδοτώντας εκ νέου τον επόμενο κύκλο αναβολής.
Σε ψυχολογικό επίπεδο, αυτή η δυναμική συνδέεται άρρηκτα με τη δυσλειτουργική τελειομανία. Όταν κυριαρχεί η ασυνείδητη πεποίθηση «αν δεν το κάνω τέλεια, σημαίνει ότι απέτυχα», το βάρος της έναρξης γίνεται ασήκωτο και η αναβολή επιστρατεύεται ως ένας ασυνείδητος μηχανισμός άμυνας για να προστατευτεί ο εαυτός από την πιθανότητα μιας μη τέλειας απόδοσης. Έτσι, το άτομο εγκλωβίζεται στην παράδοξη κατάσταση να αγχώνεται επειδή δεν ξεκινάει, αλλά να μην ξεκινάει επειδή αγχώνεται.
Αν και η αναβλητικότητα φαίνεται εκ πρώτης όψεως ως ένα καθαρά ατομικό πρόβλημα, η συστημική θεραπεία προσφέρει μια εντελώς διαφορετική και βαθιά απελευθερωτική ματιά, καθώς δεν βλέπει το άτομο απομονωμένο, αλλά ως μέρος ζωντανών συστημάτων —όπως η οικογένεια, η εργασία και οι σχέσεις— αναζητώντας το νόημα της συμπεριφοράς του μέσα σε αυτά. Στη συστημική προσέγγιση, κανένα σύμπτωμα δεν είναι τυχαίο, και η αναβλητικότητα αντιμετωπίζεται ως μια «συμπεριφορά-μήνυμα».
Η θεραπεία βοηθά το άτομο να αποκωδικοποιήσει τι εξυπηρετεί αυτή η αναβολή στο ευρύτερο σύστημα της ζωής του. Για παράδειγμα, μπορεί να αποτελεί έναν ασυνείδητο τρόπο αντίδρασης και σαμποτάζ απέναντι σε μια καριέρα που επέλεξαν οι γονείς του, ή το να αφήνει κανείς τα πάντα για την τελευταία στιγμή να είναι ο μόνος γνώριμος τρόπος που έμαθε από το οικογενειακό του περιβάλλον για να νιώθει παραγωγικός μέσα από την υπερχείλιση της αδρεναλίνης.
Πολύ συχνά, το άγχος που μπλοκάρει έναν άνθρωπο πηγάζει από τις διαγενεαλογικές προσδοκίες και τους άγραφους κανόνες της οικογένειας προέλευσης. Μέσα από το γενεόγραμμα, τον σχεδιασμό δηλαδή του συστημικού οικογενειακού δέντρου, ο θεραπευόμενος μπορεί να δει καθαρά αν κουβαλάει το βάρος του «πρέπει να είμαι τέλειος για να με αγαπούν» ή αν επαναλαμβάνει μοτίβα άγχους των γονιών του. Αυτή η αναγνώριση επιτρέπει στο άτομο να διαφοροποιηθεί και να διαχωρίσει τις δικές του επιθυμίες από τις προσδοκίες των άλλων.
Παράλληλα, η συστημική θεραπεία εξετάζει πώς η αναβολή συντηρείται μέσα από τις τρέχουσες σχέσεις, αποκαλύπτοντας επαναλαμβανόμενους φαύλους κύκλους όπως το μοτίβο «Υπεύθυνου - Ανεύθυνου». Σε αυτή τη δυναμική, όσο περισσότερο ένας σύντροφος ή ένας γονιός πιέζει, ελέγχει και αναλαμβάνει τις ευθύνες του ατόμου, τόσο το άτομο αποσύρεται και αναβάλλει, νιώθοντας ότι στερείται ικανότητας. Αυτή η αδράνεια αγχώνει ακόμα περισσότερο τον ελεγκτικό σύντροφο, ο οποίος επεμβαίνει εκ νέου, διαιωνίζοντας το πρόβλημα.
Η θεραπευτική διαδικασία βοηθά να σπάσει αυτός ο κύκλος, αλλάζοντας παράλληλα το «αφήγημα» και τις ταμπέλες του παρελθόντος, όπως «ο τεμπέλης» ή «αυτός που δεν ολοκληρώνει ποτέ τίποτα», οι οποίες έχουν ενσωματωθεί στην ταυτότητα του ατόμου. Μέσα από την τεχνική της αναπλαισίωσης, το άτομο κατανοεί ότι η συμπεριφορά του δεν αποτελεί προσωπικό ελάττωμα, αλλά μια αντίδραση σε ένα πιεστικό πεδίο. Αυτό μειώνει τις ενοχές και επιτρέπει τη «μορφογένεση» — την εισαγωγή δηλαδή νέων, λειτουργικών κανόνων και μικρών στρατηγικών αλλαγών που μετακινούν ολόκληρο το σύστημα προς μια νέα ισορροπία, όπου το άγχος δεν μεταφράζεται πια σε ακινησία, αλλά σε δημιουργική δράση.
Βιβλιογραφία
· Bowen, M. (1978). Family Therapy in Clinical Practice. New York: Jason Aronson.
· Watzlawick, P., Weakland, J. H., & Fisch, R. (2011). Change: Principles of Problem Formation and Problem Resolution. W. W. Norton & Company.
· McGoldrick, M., Gerson, R., & Petry, S. (2020). Genograms: Assessment and Intervention (4th Edition). W. W. Norton & Company.
Χρειάζεστε υποστήριξη ή έχετε απορίες;
Επικοινωνήστε μαζί μου